Σχολεία δυο ταχυτήτων δημιουργεί η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για αυτονόμηση των σχολικών μονάδων

Κομβικό σημείο στην εκπαιδευτική της πολιτική φαίνεται πως είναι οι προτάσεις που έφερε εκ νέου στο προσκήνιο η υπεύθυνη τομέα της Νέας Δημοκρατίας κυρία Κεραμέως αναφορικά με την αυτονόμηση της σχολικής μονάδας. Κάτι που όπως σημειώνει το μέλος της αυτόνομης παρέμβασης Χαρούλα Γιαννακίδου αποδομεί το DNA της δημόσιας εκπαίδευσης δημιουργώντας σχολεία δύο ταχυτήτων που επιτείνουν την κοινωνική ανισότητα.

Για αποδόμηση του DNA της δημόσιας εκπαίδευσης κάνει λόγο το μέλος της αυτόνομης παρέμβασης Χαρούλα Γιαννακίδου αναφορικά με τις προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας για αυτονόμηση της σχολικής μονάδας. Όπως σημειώνει η κυρία Γιαννακίδου με εξωραϊσμένο λόγο η κυρία Κεραμέας σημειώνει πως το σχολείο θα γίνει καλύτερο όταν αυτονομηθεί από τον έλεγχο του υπουργείου παιδείας κάτι ωστόσο που σημαίνει πως τα σχολεία θα έχουν διοικητική και οικονομική αυτονομία από το κράτος που όπως προσθέτει η κυρία Γιαννακίδου θα τα μετατρέψει σε σχολεία επιχειρήσεις και όχι εκπαίδευσης. Μάλιστα αν λάβουμε υπόψη το αντίστοιχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο που εφαρμόζεται στα αγγλοσαξονικά κράτη όπως Αγγλία, Αμερική και Αυστραλία, όπου υπάρχει αυτονόμηση σχολικών μονάδων, οι γονείς λαμβάνουν από το κράτος ένα κουπόνι που εξαργυρώνεται και αντιστοιχεί στα έξοδα φοίτησης ενός χρόνου με το οποίο διαλέγουν σχολείο είτε δημόσιο είτε ιδιωτικό καταβάλλοντας την διαφορά των διδάκτρων.

Άλλωστε μόνο τυχαίο δεν είναι πως ο σύνδεσμος ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων είναι υπέρμαχος της πρότασης αυτής. Από εκεί και πέρα το σχολείο με βάση τα κουπόνια που συγκεντρώνει καταρτίζει τον δικό του προϋπολογισμό με τον οποίο θα πρέπει να καλύψει όλες τις λειτουργικές του ανάγκες, τις αμοιβές των εκπαιδευτικών και την υλικοτεχνική υποδομή και επειδή συνήθως δεν αρκούν τα ποσά που συγκεντρώνονται με τον τρόπο αυτό αναζητούνται χορηγίες από ιδιωτικές εταιρείες. Άρα λοιπόν, προσθέτει η κυρία Γιαννακίδου, το σχολείο επιχείρηση διαμορφώνεται όλο και πιο μεθοδικά. Εδώ θα πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι όπως οι γονείς διαλέγουν τα καλύτερα σχολεία για τα παιδιά τους έτσι και τα σχολεία επιλέγουν το καλύτερο δυναμικό από τους μαθητές καθώς λειτουργώντας ως επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν και μια καλή σχολική μονάδα καθώς σε κεντρικό site γνωστοποιούνται όλα τα στοιχεία που αφορούν στις επιδόσεις των μαθητών, στις δράσεις των δασκάλων, στους χορηγούς τους και έτσι ο γονιός επιλέγει ποιο προϊόν εκπαιδευτικό θα αγοράσει και από ποιο μαγαζί.

Φυσικά προκειμένου να μην υπάρχει πλασματική εικόνα υπάρχουν όπως τονίζει η κυρία Γιαννακίδου αντικειμενικοί, εντός εισαγωγικών, τρόποι αξιολόγησης που συμπεριλαμβάνουν εξετάσεις σε εθνικό επίπεδο για τους μαθητές μέσω τραπέζης θεμάτων, αξιολόγηση εκπαιδευτικών που αποκτούν πλέον μια τιμαριθμοποιημένη ποσοτική αξία και την αξιολόγηση της εκπαιδευτικής μονάδας. Κλείνοντας η κυρία Γιαννακίδου επισημαίνει πως το σχολείο επιχείρηση ντύνεται με ωραία λόγια με βασικό επιχείρημα πως έτσι εξασφαλίζεται μια καλή εκπαίδευση για τα παιδιά απευθυνόμενο στη μεσαία και μικρομεσαία τάξη αφού τα υψηλά εισοδήματα ούτως ή άλλως έχουν την οικονομική άνεση για ιδιωτική εκπαίδευση, η πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ διαφορετική καθώς διαμορφώνονται δύο κατηγορίες σχολείων τα καλά σχολεία όπου πηγαίνουν οι καλοί μαθητές αφού αντλούν πόρους από μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες και όπου δεν έχουν χώρο οι μέτριοι και οι αδύναμοι μαθητές οι οποίοι καταλήγουν στα σχολεία β’ κατηγορίας. Έτσι όλο αυτό το εγχείρημα αποτελεί στην πραγματικότητα μια πλάνη που ενισχύει αντί να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες.